Την άνοιξη συνέβη στην πόλη ένα φαινομενικά συνηθισμένο περιστατικό.
Η υγειονομική επιθεώρηση κατέσχεσε σχεδόν 20.000 αυγά κότας από τα καταστήματα.
Τα περισσότερα κρίθηκαν ακατάλληλα: ληγμένα, ραγισμένα ή λερωμένα. Όλα μεταφέρθηκαν στον δημοτικό σκουπιδότοπο, πίσω από ένα φράχτη με συρματόπλεγμα.

Τα φορτηγά άδειαζαν τα κιβώτια με τα αυγά όπως κάθε άλλο σκουπίδι.
Λίγες μέρες αργότερα, τα χαρτόκουτα είχαν λιώσει από τη βροχή, κάποια αυγά είχαν φαγωθεί από πουλιά και τα υπόλοιπα χάθηκαν μέσα στα απορρίμματα.
Οι κάτοικοι σύντομα ξέχασαν το περιστατικό.
Όμως τρεις μήνες αργότερα συνέβη κάτι εντελώς απροσδόκητο.
Νωρίς το πρωί, ο φύλακας του σκουπιδότοπου παρατήρησε πως, αντίθετα με κάθε άλλη μέρα, δεν υπήρχαν κοράκια να πετούν πάνω από τους σωρούς οργανικών αποβλήτων. Πλησίασε – και πάγωσε.

Κάτι κουνιόταν μέσα στο βουνό των σκουπιδιών.
Χιλιάδες μικρά, κίτρινα κοτοπουλάκια έτρεχαν ανάμεσα σε σάπιες πατάτες και άδεια κεσεδάκια γιαουρτιού.
Μικρά, τσιριχτά, ολοζώντανα. Ήταν παντού – ανάμεσα σε λάστιχα, κάτω από πλαστικά μπουκάλια, μέσα στις χαραμάδες παλιών επίπλων.
Πώς είχαν επιβιώσει; Πώς είχαν εκκολαφθεί – χωρίς θερμοκοιτίδα, χωρίς κότα, χωρίς φροντίδα;
Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία. Ο κόσμος έτρεχε να δει το «θαύμα».
Οι επιστήμονες έμειναν άφωνοι: καμία λογική εξήγηση δεν υπήρχε.
Στον σκουπιδότοπο δεν υπήρχαν συνθήκες για εκκόλαψη, πόσο μάλλον μετά από τόσο καιρό.
Οι κάτοικοι τα βάφτισαν «κοτοπουλάκια από το πουθενά».
Άρχισαν να τα παίρνουν στα σπίτια τους – άλλοι από συμπόνια, άλλοι από δεισιδαιμονία.
Κι αν οι αρχές δεν μπόρεσαν να δώσουν εξήγηση, για τους ανθρώπους της πόλης ήταν ξεκάθαρο:
Δεν ήταν απλά κοτοπουλάκια. Ήταν ένα θαύμα, γεννημένο μέσα από τα σκουπίδια.







